Skip to main content
Γενικά

Μπορεί η ψυχολόγος να βοηθήσει το παιδί με το διάβασμα;

Πολύ συχνά, οι γονείς αναζητούν ψυχολόγο έχοντας ακούσει από κάποιον εκπαιδευτικό ή άλλο επαγγελματία που ασχολείται με το παιδί ότι «ο ψυχολόγος θα το βοηθήσει με το διάβασμα». Το αίτημα αυτό μπορεί να εμφανιστεί σε περιπτώσεις όπως όταν ένα παιδί έχει δυσκολίες στη μάθηση, δυσλεξία, ΔΕΠΥ, αυτισμό ή άλλες αναπτυξιακές και συναισθηματικές δυσκολίες. Και κάπου εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα:

Μπορεί τελικά ένας ψυχολόγος να βοηθήσει ένα παιδί να διαβάσει;

Η απάντηση είναι ναι, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν που συχνά φανταζόμαστε. Η ψυχολόγος έχει έναν διακριτό ρόλο από αυτόν της εκπαιδευτικού ή του ειδικού παιδαγωγού, οπότε δεν θα διδάξει, για παράδειγμα, στο παιδί πώς να διαβάζει, ούτε θα δουλέψει μαζί του συγκεκριμένες μαθησιακές δεξιότητες.

Αυτό που κάνει όμως, είναι να βοηθήσει να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που δυσκολεύει το συγκεκριμένο παιδί να εμπλακεί στη μαθησιακή διαδικασία.

Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να οργανώσει τον χρόνο του. Μπορεί να μην μπορεί να συγκεντρωθεί εύκολα. Μπορεί να νιώθει έντονη ματαίωση κάθε φορά που ανοίγει τα τετράδιά του και βλέπει τον όγκο της δουλειάς που έχει να κάνει. Μπορεί να έχει άγχος επίδοσης ή να έχει αρχίσει να πιστεύει ότι «δεν τα καταφέρνει», με αποτέλεσμα κάθε προσπάθεια για διάβασμα να συνοδεύεται από απογοήτευση, άρνηση ή αποφυγή. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό.

Το πρώτο βήμα είναι να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι βρίσκεται πίσω από τη δυσκολία. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η ίδια συμπεριφορά μπορεί να έχει διαφορετικές αιτίες. Ένα παιδί που δεν ανοίγει τα βιβλία του μπορεί να χρειάζεται βοήθεια στην οργάνωση. Ένα άλλο μπορεί να αποφεύγει το διάβασμα επειδή έχει βιώσει επανειλημμένα αποτυχία και έχει χάσει την εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του, κάτι που βλέπουμε πολύ συχνά. Επίσης, κάθε παιδί βιώνει και εκφράζει τη δυσκολία του, με τον μοναδικό του τρόπο.

Αφού εντοπίσουμε τους λόγους και τα βαθύτερα αίτια, τότε μπορούμε να κάνουμε και την αντίστοιχη κατάλληλη παρέμβαση και να χρειαστούμε και τη συμβολή άλλων επαγγελματιών. Όταν, για παράδειγμα, ένα παιδί δυσκολεύεται σε συγκεκριμένες μαθησιακές δεξιότητες, μπορεί να χρειάζεται τη συστηματική παρέμβαση ειδικού παιδαγωγού. Αν υπάρχουν δυσκολίες που αφορούν άλλους τομείς της ανάπτυξης ή της λειτουργικότητάς του, μπορεί να χρειαστεί η συμβολή εργοθεραπευτή, λογοθεραπευτή ή άλλου επαγγελματία.

Φυσικά, στη συνέχεια αναγνωρίζουμε ότι η υποστήριξη δεν αφορά μόνο το παιδί, αλλά ολόκληρο το σύστημα μέσα στο οποίο βρίσκεται. Η οικογένεια αποτελεί σημαντικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Είναι χρήσιμο να διερευνήσουμε κατά πόσο οι δυσκολίες του παιδιού αναγνωρίζονται και γίνονται κατανοητές, ποιες προσδοκίες υπάρχουν γύρω από τη σχολική επίδοση, πώς αντιδρούν οι γονείς όταν το παιδί δυσκολεύεται και με ποιους τρόπους μπορούν όλοι να συμβάλουν στη δημιουργία μιας πιο υποστηρικτικής μαθησιακής εμπειρίας.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό στην εφηβεία, όπου η σχολική επίδοση συχνά συνδέεται έντονα με την εικόνα που έχει ο έφηβος για τον εαυτό του. Ένας έφηβος που έχει επανειλημμένα ακούσει ότι «δεν προσπαθεί αρκετά» ή ότι «είναι τεμπέλης» μπορεί σταδιακά να σταματήσει να πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει. Σε αυτή την περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι απλώς να βρούμε έναν τρόπο να τον κάνουμε να διαβάσει περισσότερο. Χρειάζεται να κατανοήσουμε τι έχει συμβεί στη σχέση του με τον εαυτό του, τη μάθηση και την προσπάθεια.

Γι’ αυτό και όταν ένα παιδί —και ιδιαίτερα ένας έφηβος— έρχεται στο γραφείο του ψυχολόγου με το αίτημα ότι «δεν διαβάζει», η δουλειά ξεκινάει από την προσπάθεια να καταλάβουμε τι συμβαίνει.

Ο στόχος της ψυχοθεραπείας δεν μπορεί να είναι απλώς να γίνει το παιδί πιο αποδοτικό για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των ενηλίκων.

Ο στόχος είναι να το βοηθήσουμε να κατανοήσει τον εαυτό του, τις δυσκολίες του και τις ανάγκες του και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, να μπορέσει να βρει έναν δικό του τρόπο να σχετίζεται με τη μάθηση, το σχολείο και τις απαιτήσεις της καθημερινότητάς του.

Ο εκπαιδευτικός, ο ειδικός παιδαγωγός, ο λογοθεραπευτής, ο εργοθεραπευτής, ο ψυχολόγος, η οικογένεια και —κυρίως— το ίδιο το παιδί μπορούν να έχουν διαφορετικούς ρόλους, αλλά να συνεργάζονται προς έναν κοινό στόχο:

Να βελτιωθεί η μαθησιακή εμπειρία για το παιδί, έτσι ώστε να θέλει να μαθαίνει, να μπορεί να αναγνωρίζει το ίδιο τι βοηθάει και τι εμποδίζει και να αποκτήσει αυτοπεποίθηση γύρω από την εκπαιδευτική διαδικασία.